Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Μέρος V:Η Παγανιστική επιρροή

Μέρος V:Η Παγανιστική Επιρροή


Μετά απο εκείνη την βραδιά ο Άντον επιρρεάστηκε απο την παγανιστική τελετή λευκής μαγείας,απο τότε άρχισε να ψάχνει το θέμα του Wicca,της λευκής μαγείας και της πίστης σε ταυτόχρονα πολλούς θεούς.Φήμες λέγανε πως το δωδεκάθεο είχε να κάνει με ειδωλολατρεία μέγα λάθος διότι έχει να κάνει με το δωδεκάθεο των αρχαίων ημών προγόνων ελλήνων εκ το οποίο και άρχισε ο Άντον να ψάχνει μαζί με τον κολλητό του Τζόνυ τον οποίο και εμπιστεύονταν αρκετά,στην συνέχεια είχε μεγάλη αδυναμία στην φύση κυρίως αγνάντευε την αγάπη του συνδυασμού που είχε κάνει στο σκοτάδι και στην φύση η αγνοιά του ήταν τόσο φυσιολογική,όπου του ήρθε ξαφνική με βάση όλα όσα έμαθε πράγμα που δεν περίμενε κιόλας όσπου έγινε ένας διάλογος μαζί με τον Βαρόνο Νίκ.
Βρίσκει τον Βαρόνο Νίκ και τον ρωτάει ο Άντον:

- "Κύριε Νίκ να σας ρωτήσω κάτι γιατί το κάνατε αυτό εκείνη την μέρα?"
- "Άντον έχεις μία σοφή σκέψη και κυρίως μεγάλη οριμότητα αυτό δεν το κάναμε απλά λόγο πίστης,το κάναμε λόγο προστασίας,θα μου πείς ποιός ο λόγος να κάθεσαι να πιστεύεις σε κάτι ανούσιο και ανόητο αλλά πιστεψέ με δεν είναι καθόλου ανόητο απεναντίας είναι κάτι αγνό και καλό χωρίς κάν να επιρρεάσει η να σκοτώσει κανέναν.Απλά πάρτο σαν μιά "ασπίδα" που χρησιμοποιούμε για να απομακρύνομαι τις κακές δυνάμεις απο την γή μας."
- "Μάλιστα.....όμως πως είστε τόσο σίγουρος ότι αυτό το συμβάν δεν θα προκαλέσει ζημιά".
- "Νεαρέ μου Άντον,επετρεψέ μου να σου πώ με όλο τον σεβασμό απεναντί σου πως κάποιες φορές για να προστατέψεις την πόλη σου,την οικογενειά σου και την Γή σου κάνεις ακόμα και τα πιο ακραία πράγματα που δεν σου αρέσουν γιατί πάντα ήμουν της γνώμης "πρώτα η οικογένεια και μετά η υγεία μου" για την οικογενειά μου θα έδινα ακόμη και την ζωή μου"
- "Αγαπάτε πολύ την οικογενειά σας ε?"
- "Εξυπακούεται αυτό και ποιός άντρας η άνθρωπος δεν αγαπάει την οικογενειά του,θα σου πώ μιά ιστορία......."
- "Σας ακούω με ενδιαφέρουν πολύ τέτοιου είδους ιστορίες"
- "Μικρός όταν ζούσε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου,τον είχαν πιάσει αστυνομικοί τον λόγο δεν τον ξέρω είχα τεράστια άγνοια στο θέμα αυτό,ώσπου μιά μέρα έμαθε ο πατέρας μου ότι κινδυνεύω με αποτέλεσμα αυτός να μην σεβαστεί τίποτα ούτε φυλακές,ούτε τίποτα δεν σεβάστηκε ήξερα ότι με αγαπούσε έτσι πήρε την καραμπίνα που είχε ένας φύλακας και άρχισε να με ψάχνει για να με προστατέψει....ώσπου με βρήκε και με είχαν αιχμάλωτο 5 ληστές.....άρχισε να βαράει και έτσι κατάλαβα πως ο άνθρωπος αυτός είχε δώσει την ζωή του για να βγώ εγώ ζωντανός όταν σκοτώθηκε εγώ έφυγα μακριά και έτσι αυτός δεν με βρήκε ποτέ ξανά.......για αυτό σου λέω.....ο πατέρας μου αυτό μου έμαθε στην ζωή μου να αναγνωρίζω τους ανθρώπους που είναι δίπλα μου"
- "Πολύ σοβαρό αυτό πράγματι και εγώ είχα χάσει τον πατέρα μου όταν ήμουν 6 χρονών"
- "Πολύ λυπάμαι μικρέ φίλε μου αλλά μην κάνεις το ίδιο λάθος που έκανα και εγώ στην αρχή...."
- "Επιτρέπεται να ρωτήσω τι είναι αυτό που θεωρείται λάθος?"
- "Ότι ποτέ μου δεν αναγνώρισα τον πατέρα μου δεν είχα ποτέ καλές σχέσεις μαζί του και τον αναγνώρισα αφού είχε πεθάνει,αλλά αναγνωρίζω ότι αυτός ο άνθρωπος μου έμαθε να αγαπώ την φύση και να'μαι σκληρός και θαραλλέως στο οτιδήποτε και αν συμβεί"
Ο μικρός Άντον εκείνη την ώρα συγκινήθηκε,με αποτέλεσμα να σιωπηλήσει,γιατί είχε αντιληφθεί απο τον εαυτό του, πως άπαξ και συνεχίσει τον διάλογο θα βάλει τα κλάματα και δεν το θέλει.
Εκείνη την ώρα πήγε να προκαλέσει μία λευκή μαγεία με βάση όλα όσα έχει διαβάσει για να προκαλέσει προστασία στην γή της πόλης στην οποία ζούσε....
Την επόμενη μέρα κατάλαβαν πως κάτι έγινε έτσι ο Τζόνυ, αφότου κάπνισε την πίπα για να ξυπνήσει είπε να ψαρέψει λίγο τον Άντον.....Εκείνη την ώρα ο Άντον ήταν χαρούμενος όταν κατάλαβε την παρουσία της Jennifer και δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τον Τζόνυ περισσότερο έδωσε βάση στην ομορφιά της Τζένιφερ παρά στον Τζόνυ,με το που την είδε την αγκάλιασε με χαρά όπως και η ίδια που αποδέχτηκε την αγκαλιά του με μεγάλη χαρά και τον αγκάλιασε και αυτή και πήγαν μιά ωραία βόλτα,περπατούσαν και είχαν κάτι σοβαρό να κουβεντιάσουν και εκεί της έκανε μιά εξομολόγηση:
- "Jennifer ήθελα να σου πώ απλά κάτι το οποίο έχει συμβεί,φοβάμαι πως έμπλεξα στον παγανισμό"
- "Γιατί το λές αυτό? δεν είναι ντροπή απεναντίας κάνει καλό στην Γή σου μην το βλέπεις έτσι"
- "Επίσης ήθελα να σου δώσω ένα τριαντάφυλλο"
Με το που το είπε αυτό ο Άντον πλυμμύρισε απο χαρά με αποτέλεσμα να τον ευχαριστήσει και κατάλαβε πόσο άντρας είναι!
- "Είσαι τόσο ρομαντικός"
- "Ήθελα και στο έδωσα,αδύνατον να μην έδινε ένα τριαντάφυλλο σε μία τόσο όμορφη και σκοτεινή κοπέλα σαν εσένα"
- "Υπερβάλεις"
- "Καθόλου απεναντίας κυριολεκτώ"
Εκείνη την ώρα της βγήκε αυθόρμητα ένα φιλί στα χείλοι του Άντον.Εκείνη την ώρα αισθάνθηκε λίγο ντροπή με αποτέλεσμα να ζητήσει συγνώμη και έφυγε.....
Το σκεπτικό του Άντον ήταν τόσο προσυλωμένο στην αγάπη του για την φύση,αν και είχε βρεί άπειρα μυστήρια του δάσους με αποτέλεσμα να προσπαθεί να τα φιλοσοφήσει,μέχρι που ένιωσε την παρουσίαση ενός πνεύματος να τον λέει "Άντον είσαι αρκετά δυνατός,έχεις την δυναμή να το θυμάσαι αυτό",απο τότε ο Άντον επιρεάστηκε σε αυτό το θέμα αρκετά.

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Μέρος IV:Η Ώρα Της Επανάστασης


Μέρος IV:Η Ώρα Της Επανάστασης

Οι κάτοικοι της πόλης αντιλαμβανόντουσαν ότι άρχισαν
να γίνονται σφαγές πολλές σε διάφορα ζώα
Έτσι άρχισαννα φουντώνονται όλοι στην πόλη με αποτέλεσμα να χαλάσει η ηρεμία στην πόλη τούτη.
Το ίδιο πρωινό όταν είδαν την νυφάλια κότα είδαν και τον Άντον με το κλάσικο σοβαρό βλέμμα.Όταν τον κοίταξαν αντιληφθήκανε αμέσως ότι είναι ο Άντον και αμέσως ο φίλος του ο Τζόνυ τον αναγνωρίζει,τον πλησιάζει και του λέει:
"Άντον καλημέρα Είσαι καλά?,Μας ανησύχησες ρε φίλε αν
ήταν ο Κατακουζινός πιο μπροστά απο σένα θα βρίσκονταν".
και απαντάει ο Άντον "δεν ξέρω τι λές αλλά σε παρακαλώ πολύ
μην με συγκρίνεις με ανίδεης συμπεριφοράς όντα και με
υπερβολική δόση καφρίλας σε παρακαλώ πολύ νιώθω σαν το
παρδαλό κατσίκι και σαν ένα χοντρό ρεμάλι",
έτσι τον απαντά ο Τζόνυ "και μόνο απο τον τρόπο που μου το ζητάς,θαρρώ να
πώ πως δεν μπορώ να σου αρνηθώ και να θέλω δεν μου το
επιτρέπει η αγωγή μου,προτιμώ να πιώ μαύρο και να καπνίσω πίπα,
παρά να αρνηθώ αυτό το πράγμα επομένως δεκτό".
Ο Άντον τον ευχαρίστησε για αυτό το πράγμα που είπε.Ο
Τζόνυ είναι ένα παιδί που ζεί στην πόλη αυτή,είναι το
αλητόπαιδο της πόλης.Ώσπου τον βρήκε η παρέα στην οποία
είναι τώρα η οποία είναι γεμάτη απο επαναστάτες,παγανιστές και λίγο εικονομάχοι
αλλά λένε πως έχει την πιο καλή καρδιά απο κάθε έφηβο ο
μικρός πιτσιρικάς όσο δύσκολα χρόνια και αν πέρασε χωρίς
να γνωρίσει τους γονείς του ποτέ.
Ταυτόχρονα μιλούσαν και για την σφαγή που έγινε στην
κότα και εδώ ταιριάζει η φράση "στου παιδιού μας την
χαρά,σφάξαμε έναν κόκορα.."....και λέει ο Βαρόνος Νίκ.....
"Πρέπει να κάνουμε κάτι δεν πρέπει να αφήσουμε άλλες
κότες να σφαχτούν. Πρέπει να δράσουμε για την πόλη μας,
για την Γή μας,για τις οικογενειές μας και για την υγειά
μας" και λέει ο Τζόνυ:
"Εχει δίκιο ο Κύρ Νίκ πρέπει κάτι
να κάνουμε να μην συνεχιστεί άλλο αυτό",και ο Άντον συμπλήρωσε:
"εγώ λέω να τους την έχουμε στημμένη καραούλη
και όταν έρθουν σκαστοί να τους ευθνηδιάσουμε με
αποτέλεσμα να τους έχουμε στο χέρι και να μάθουμε
ποίοι ήταν αυτοί οι τύποι".
Ο Βαρόνος Νίκ εντυπωσιασμένος λέει στον Άντον:
"Πολύ καλή ιδέα έδωσε Άντον αν και μικρός είσαι αρκετά
έξυπνος μπράβο αυτό θα κάνουμε παίδες".
Απο εκεί και πέρα ξεκίνησαν "σκοπιά" όπως λέγανε και στο
στρατό για να φυλάνε την πόλη απο τους ταραξίες αυτούς.
Την επόμενη μέρα διαπίστωσαν ότι δεν έγινε κάποια
εισβολή,μάλλον αντιλήφθηκαν οι σατανιστές πως η πόλη
βρίσκεται σε επιφυλακή αμυνόμενοι με ρόπαλα και
σφεντόνες τους περίμεναν κάθε βράδυ.άλλοι για να τους
ευθνηδιάσουν με ντομάτες,άλλοι με αυγά και άλλοι με την
δύναμη απο τα ρόπαλα που θα ασκούσαν οι μεγάλοι της
παρέας αυτής σε αυτούς τους ταραξίες.
Ξεκίνησε λοιπόν η νύχτα να απλώνει τα μαύρα της πέπλα
συνέχισαν όπως κάθε μέρα να στήνουν καραούλη.Με το που
περνάει λίγη ώρα άρχισαν να ακούγονται φωνές περίεργες,
πάνε να ελέγξουν την περιοχή και σκάνε με ξυλοφωτιές
και με καμινέτα μαζί για να φέρουν πανικό στους πολίτες
αυτής της πόλης αυτοί τους έψαχναν, αλλά δεν τα
κατάφεραν,γιατί τους κυνηγούσαν οι άλλοι και παραλίγο
να τους πιάσουν.Οι σατανιστές δεν κατάφεραν ποτέ να σφάξουν
κάποιο ζώο.Μετά απο λίγο ο Άντον αντιλήφθηκε μιά
μυρωδιά σκέφτηκε διάφορα αλλά δεν του ήρθε κάτι στο
μυαλό ώσπου μετά απο ώρα σκέφτηκε πως ήταν θειάφι....
Με το που πλησίαζε η μυρωδιά γινόνταν μεγαλύτερη.
με αποτέλεσμα να καταλάβει πως έγινε μιά τελετή χωρίς
να σφάξουν ζώο λογικά σκέφτηκε ο Άντον ότι θα κόψανε
απο την φλέβα τους αίμα και έτσι όντως έγινε.
Το ίδιο βράδυ μαζεύτηκαν οι άλλοι για τελετή
Λευκής μαγείας.Ο Τζόνυ προειδοποίησε τον Άντον λεγοντάς τον:
"αυτό που θα δείς σήμερα δεν το έχεις δεί ποτέ δεν το
ξέρεις κάν αλλά είναι για καλό της φύσης και της γής μας".
Mε το που το είπε αυτό ο τζόνυ,ο Άντον σκέφτηκε ότι στην
παρέα όλοι είναι παγανιστές.Kαταβάθος του άρεσε γιατί
ένιωσε σαν να έχει προστασία και σαν να νιώθει ότι δεν
θα πάθει κανένα απολύτως κακό και έτσι απο εκείνη την βραδιά και μετά άρχισε να ψάχνεται.

Μέρος III:Το Ταξίδι Ξεκινά

Μέρος III:Το Ταξίδι Ξεκινά

Ο Άντον με το κλασικό σοβαρό και ταυτόχρονα ψυχρό του βλέμμα έπεσε στην αγκαλιά του
ορφέα. Μετά απο κάτι ώρες η ώρα να'ναι 3 και να νιώθει
ένα άγγιγμα στον θωρακά του.Σκέφτηκε πως θα ήταν
το παράθυρο το οποίο και ήταν ορθός ανοικτό.
Το περιφρόνησε με αποτέλεσμα να το νιώθει ακόμα το
άγγιγμα στο συγκεκριμένο μέρος,σαν να νιώθει ότι ο
"Judgeneutt" απο την ταινία "13 Ghosts" θα τον κοιτάξει
στα μάτια. Εκείνη την ώρα ένιωσε έναν μικρό φόβο στο στομάχι
με αποτέλεσμα αυτός ο φόβος να μεταμορφωθεί σε δύναμη.
Αφού έγινε αυτό ξεκινάει το ταξίδι του ονείρου του
το οποίο είναι να γυρίσει με βάση το μυαλό του τον δικό
του κόσμο. Ένιωθε σαν να είναι ένας Γκοθάς ξένος σε ένα
μέρος κρυμμένο καλά που δεν το ήξερε κανείς άρχισε
να γνωρίζει πολλούς ανθρώπους Βικτοριανούς,κόμηδες,
γκοθάδες,λογικούς ανθρώπους γενικότερα. Ώσπου...είδε
έναν "χασισέμπορα" και τον λέει
"Ψίτ!...Φιλαράκι θές μία φούντα είναι απο τις καλές".
Το κλείσιμο του ματιού τον έκανε να νιώσει την πονηριά
που είχε στο μυαλό του στο πως θα τον κλέψει αλλά
ήταν προετοιμασμένος. Ώσπου ένας καλός κύριος
τον προστάτεψε ο οποίος ήταν αρκετά περιποιημένος και με καθαρό μουστάκι και
τον λέει "πως σε λένε?" λέει το παιδί "Άντον κύριε εσάς?"
και τον λέει είμαι ο "Δόν Βικέντιος ο Βικτωριανός".
Ο Δόν Βικέντιος ανήκει στην ομάδα των βικτωριανών οι οποίοι ήταν
οι πιο δυνατοί σε αυτήν την σκοτεινή-αβυσσιακή-γοτθική
πόλη που θύμιζε κάπως το "Gotham". Τον φύλεψε κάτι
και ο μικρός γοητεύτηκε όταν ακουγόνταν απο πίσω ένας ωραίος ήχος και τον ρωτάει "κύριε Βικέντιε ακούτε κλασική μουσική?". Και του απαντάει "φυσικά και ακούω είναι
το πάν της μουσικής". Το ίδιο ακριβώς πίστευε και ο Άντον
έτσι μετά απο λίγη ώρα ο Άντον εξαφανίστηκε απο το σπίτι για να μην τεκμηριώσει
κάθετες παρεξηγήσεις και φέρει τον Δον Βικέντιο
σε δύσκολη θέση.........Αφότου ο Άντον εξαφανίστηκε απο
την έπαυλη των Βικτοριανών και ευχαρίστησε τον Δόν
Βικέντιο για την ελάχιστη φιλοξενία του τότε είχε νιώσει
σαν να ακούει έναν ήχο στα αυτιά του,αυτός ο ήχος ήταν πολύ βαρής
σαν να άκουγε φλόγες και φωτιές........και όσο ερχόνταν
πιο κοντά ο ήχος επεκτήνονταν περισσότερο στα αυτιά του,
σαν να ακούς σατανιστική τελετή και πράγματι ήταν αυτό.
Είχε κοιτάξει 3 Σατανιστές να ενώνουν τις δυνάμεις τους
και να κάνουν την επικάλεση ενός δαίμονα
για να ξυπνήσουν το Behemoth που ανάσαινε κάτω απο τα
νερά του Αχέρον και του Στύ. Τον είχαν πάρει χαμπάρι
ακούγοντας κάποιος να αναπνέει και
φώναξε ένας "ποιός είναι εκεί". Ξαφνικά άρχισαν να
αντιλαμβάνονται πως πράγματι κάποιος βρίσκεται και ο
Άντον άρχισε να τρέχει.Τον κυνήγησαν για να τον
σκοτώσουν και να του κλείσουν το στόμα και τότε για καλή
του τύχη ο Άντον ήρθε αντιμέτωπος με κάτι ξιπασμένους
να έχουν μία εικονομαχία-λογομαχία δηλαδή μιά
λογoεικονομαχία. Πραγματικά ανόητο τελείως σαν να ακούς
μια ξεκούρδιστη άρπα χωρίς μελωδία και πειθό......έτσι
με το που είδαν αυτές τις "κλίκες" οι 3 σατανιστές
εξαφανίστηκαν τελείως σαν να μην τους είδες ποτέ,
σαν νυχτερίδες εξαφανίστηκαν σε τούτη την πανσέληνο....
Αφού παρατηρούσε τους άλλους ο Άντον για αρκετή ώρα
τον λένε οι άλλοι "φύγε έχουμε δουλειά δεν σε πέφτει
λόγος" και λέει ο Άντον "εντάξει δεν είχα τέτοιο σκοπό"
η ανοησία αυτουνού που το είπε ήταν τόσο τεκμηριωμένη
όπου προκάλεσε το κόμπλεξ του κραξίματος αλλά χάρη στον
Άντον σταμάτησε τούτη η εικονομαχία και έτσι κάτσανε να
κουβεντιάσουν πηγαίνοντας για μία καταπαγωμένη μπύρα και
τον λένε "έλα να σε φυλέψουμε κάτι φίλε μου"
τον λέει ο Άντον "ευχαρίστως αλλά δυστηχώς δεν σας ξέρω"
η ευγένεια και το συναίσθημα που μπήκε στον κύριο που του
μίλησε τον έκανε να καταλάβει τι σοφία και τρόπους έχει.
Έτσι κατάφερε να έρθει με την υπόσχεση πως δεν θα
τον πειράξει.Έτσι μπήκανε σε ένα εγκαταλελειμένο Bar
νιώθοντας στο πετσί του και στην ανάσα του να έρχονται
καπνοί,μπεκρούλιακες και διάφοροι άλλοι.Φοβήθηκε αλλά
δεν έδωσε σημασία. Κάποιοι τον κοιτούσαν περίεργα επειδή
φορούσε περικάρπεια με καρφιά και ήταν ντυμένος στα μαύρα,
αλλά και πάλι δεν έδωσε σημασία και καλά έκανε.
Έρχεται να τους σερβίρει μιά μικρή έφηβη:
- τι θα πάρεται κύριοι σήμερα κλασικά μπύρα?
ήξερε η μικρή τα γούστα της παρέας αλλά ο Άντον όταν
την είδε ένιωσε ένα φάσμα μεταξύ ρομαντισμού και
μαγείας σαν να ήρθε ένα ξωτικό και να τον μάγεψε με το
ραβδί του έρωτα.
Η Jennifer έτσι λεγόνταν η μικρή έφηβη στην ηλικία του
Άντον. Ήταν πολύ όμορφη,με το κατάμαυρο μαλλί της να'ναι
τόσο περιποιημένο και γοητευτικό που δεν μπόρεσε ο Άντον
να αντισταθεί στο να πεί με ντροπή ταυτόχρονα το εξής:
"δεσποινίς με όλο μου το δέος με γοητεύει η ομορφιά σας"
Ο τρόπος που το είπε ο Άντον έκανε την Jennifer
να κοκκινήσει και το χαμογελό της έλαμψε όπως και
τα γαλάζογκρί μάτια της αλλά ήταν σοβαρή ταυτόχρονα,
ειλικρινής και αυστηρή κυρίως. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο
το είπε ο Άντον τον θεώρησε τόσο κομψό και ειλικρινή
που της είχε έλξει το ενδιαφέρον αυτό φάνηκε απο το
χαμογελό της σαν να ένιωσε κάπως εκτεθειμένη.
Ο Άντον έπινε μονάχα παλιό καλό κρασί ημίγλυκο κυρίως
έτσι πήρε το κρασοποτηρό του, είδε την τζένιφερ μόνη
την έκανε παρέα και ρωτάει ο Άντον "επιτρέπεται?"
λέει η Τζένιφερ "φυσικά" και απο κεί άρχισε η κουβέντα.
Αφού σχόλασε απο την δουλειά η Τζένιφερ,ο Άντον την
έκανε παρέα μέχρι να τελειώσει ήταν σαν να μην υπήρχε
ήταν η πιο καλή της παρέα ο Άντον και γοητεύτηκε όταν
αντιλήφθηκε ότι ο Άντον έκατσε για αυτήν......τότε την
πήγε μέχρι το σπίτι. Στον δρόμο είδαν πολύ περίεργα
ένιωθαν σαν να ακούνε προσευχές και ήταν παγανιστές που
κάνανε λευκή μαγεία για να επικαλέσουν την ΓΑΙΑ,
την θεά της φύσης. Φοβήθηκε η Jennifer και αγκάλιασε τον
Άντον,άθελα βέβαια και τον είπε "συγνώμη μου βγήκε αυθόρμητα"
λέει ο Άντον "δεν πειράζει καταλαβαίνω ότι το έκανες απο
φόβο". Η κατανόηση του Άντον έκανε την Τζένιφερ να νιώσει
χαρά και να τον χαμογελάει περισσότερο.Μέχρι να την
πάει σπίτι κάνανε καλαμπούρι και συζητούσαν
διάφορα θέματα κυρίως για ποίηση και αφού την έφερε σπίτι
λέει η Τζένιφερ "σε ευχαριστώ πολύ για την παρέα είσαι
πολύ ευγενικός και αν μου επιτρέπεις αληθινός άντρας"
και ο Άντον απάντησε "παρακαλώ δεν κάνει τίποτα ήθελα
και το έκανα καλή ξεκούραση".
Στην συνέχεια περπατούσε και ήρθε αντιμέτωπος
με ένα σκοτεινό δάσος όπου υπήρχαν σκοτεινά πλάσματα.
Τα είδε μπροστά του και άρχισε να τρέχει και μία φωνή
τον έλεγε "φυλάξου" και έτσι απο την ξεροκεφαλιά του
που του προκλήθηκε απο φόβο χτύπησε το κεφάλι του
και έμεινε αναίσθητος μέχρι το επόμενο πρωί.

Μέρος ΙΙ:Διάλογος Μάνας Υιού

Μέρος II:Διάλογος μάνας Υιού

Βγαίνει απο την καμάρα του ο μικρός Άντον νιώθοντας
τα χέρια του τόσο κρύα και ψυχρά, που όταν το είδε η μάνα
τον επισήμανε "Άντον τα χέρια σου είναι πολύ κρύα"
και απαντάει ο Άντον "δεν πειράζει μάνα πάντα τα χέρια μου
έτσι ήταν απο μικρό παιδί". Η μάνα του τον αντίκρισε με
φόβο και νοσταλγία μην αρρωστήσει.Ο Άντον είχε
χάσει τον πατέρα του απο 5 χρονών και απο τότε νιώθει ψυχρός.
Αυτά που τον ελκύουν είναι αυτά που τον κάνουν να
νιώθει ότι βλέπει τον πατέρα του πίσω απο τις σκιές.
Μετά λέει ο Άντον "Μαμά θέλω να κάτσουμε να μιλήσουμε λίγο".
Μπορεί να ήταν μοναχοπαίδι, αλλά η ωριμότητα που έχει τον
κάνει να νιώθει σαν να έχει γίνει στο μυαλό πιο ώριμος.
Η μάνα του εξεπλάγειν απο την σοφία εκ την οποία
επικρατεί στο μυαλό του και με την νοημοσύνη που έχει, η μάνα του Άντον κατάλαβε πως μιλάει σε έναν άντρα πλέον.
Έτσι του απαντάει η μαμά του "σε ακούω Άντον", εκείνη την μέρα
η μητέρα του κατάλαβε πως ο Άντον ωρίμασε και αρχίζει
η συζήτηση:
"Απορώ πως και δεν υπάρχει κανένας στην ζωή σου μαμά?".
"Παιδί μου απο τότε που έχασα τον πατέρα σου απο τούτο
το τροχαίο, ορκίστηκα πως ποτέ μου δεν θα ξανακοιτάξω 
άντρα". Σκληρή απάντηση αλλά καταβάθος δεν την εννοεί-
πονάει
"Ναί αλλά τόσο καιρό θα'σαι μόνη σου;"
"Έχω εσένα Άντον αυτό μου είναι υπεραρκετό".
Εκείνη την ώρα έσταξε ένα δάκρυ απο τα πράσινα ματάκια 
του Άντον με αποτέλεσμα να κλάψει και αυτή όταν της ήρθε
στο μυαλό ο αναπαυμένος και συγχωρεμένος άντρας της. 
Τότε ο Άντον την πήρε μιά τεράστια αγκαλιά και της είπε
"όλα θα πάνε καλά τώρα πάει τελείωσε, 
δεν μπορούμε να τον φέρουμε πίσω ότι και να λέμε" 
δάκρυσε όταν το είπε αλλά ήταν και ταυτόχρονα
ψύχραιμος όσο και αν δεν της είπε ποτέ 
για αυτά που τραβάει στο σχολείο. Έτσι έδωσε 
ένα μοιραίο φιλί στην μαμά του,της είπε 
"καληνύχτα" και γύρισε πίσω στην καμαρά του για να πέσει
στην αγκαλιά του ορφέα.

Dream Through The Underworld Μέρος Ι Περίληψη

Dream through the underworld

  Μέρος I:περίληψη

"Ένα παιδί με το όνομα Άντον,γεννημένος σε έναν σημερινό κόσμο 
ο οποίος είναι γεμάτος απο καπνιστές,αχάριστους
,άδικους,ψευτόμαγκες,αλκοολικούς,νταήδες,κλειστόμυαλους 
και ίσως ελάχιστους που αναγνωρίζουν τον άλλον και τον 
αποδέχονται έτσι όπως είναι.
Ο Συγγραφέας θέλει να αναφερθεί σε ένα παιδί έφηβο 
στην ηλικία των 16 ετών, όπου με βάση 
την ωριμοτητά του και την νοημοσύνη 
του θέλει να ξεχωρίσει απο τα άλλα παιδιά της ηλικίας του 
και να μην έχει την σκέψη στο πως θα ρίξει μιά κοπέλα,
στο εάν θα κάνει φάση με καμία η στο πόσα ποτήρια μπύρας,
κρασοπότηρου η οποιουδήποτε άλλου οινοπνευματώδη ποτού, 
αλλά στο πως θα μορφωθεί και να ζήσει εμπειρίες
που τον ελκύουν δίχως τις αποδοκιμασίες που τον ασκούν 
στο σχολείο, κυρίως όσα θέλει να ζήσει τα αναφέρει 
σε ένα του όνειρο το οποίο αυτοσχεδιάζεται στο μυαλό του 
η εικόνα όλων των πραγμάτων που τον ελκύουν κυρίως 
στο σκοτάδι."