Μέρος III:Το Ταξίδι Ξεκινά
Ο Άντον με το κλασικό σοβαρό και ταυτόχρονα ψυχρό του βλέμμα έπεσε στην αγκαλιά του
ορφέα. Μετά απο κάτι ώρες η ώρα να'ναι 3 και να νιώθει
ένα άγγιγμα στον θωρακά του.Σκέφτηκε πως θα ήταν
το παράθυρο το οποίο και ήταν ορθός ανοικτό.
Το περιφρόνησε με αποτέλεσμα να το νιώθει ακόμα το
άγγιγμα στο συγκεκριμένο μέρος,σαν να νιώθει ότι ο
"Judgeneutt" απο την ταινία "13 Ghosts" θα τον κοιτάξει
στα μάτια. Εκείνη την ώρα ένιωσε έναν μικρό φόβο στο στομάχι
με αποτέλεσμα αυτός ο φόβος να μεταμορφωθεί σε δύναμη.
Αφού έγινε αυτό ξεκινάει το ταξίδι του ονείρου του
το οποίο είναι να γυρίσει με βάση το μυαλό του τον δικό
του κόσμο. Ένιωθε σαν να είναι ένας Γκοθάς ξένος σε ένα
μέρος κρυμμένο καλά που δεν το ήξερε κανείς άρχισε
να γνωρίζει πολλούς ανθρώπους Βικτοριανούς,κόμηδες,
γκοθάδες,λογικούς ανθρώπους γενικότερα. Ώσπου...είδε
έναν "χασισέμπορα" και τον λέει
"Ψίτ!...Φιλαράκι θές μία φούντα είναι απο τις καλές".
Το κλείσιμο του ματιού τον έκανε να νιώσει την πονηριά
που είχε στο μυαλό του στο πως θα τον κλέψει αλλά
ήταν προετοιμασμένος. Ώσπου ένας καλός κύριος
τον προστάτεψε ο οποίος ήταν αρκετά περιποιημένος και με καθαρό μουστάκι και
τον λέει "πως σε λένε?" λέει το παιδί "Άντον κύριε εσάς?"
και τον λέει είμαι ο "Δόν Βικέντιος ο Βικτωριανός".
Ο Δόν Βικέντιος ανήκει στην ομάδα των βικτωριανών οι οποίοι ήταν
οι πιο δυνατοί σε αυτήν την σκοτεινή-αβυσσιακή-γοτθική
πόλη που θύμιζε κάπως το "Gotham". Τον φύλεψε κάτι
και ο μικρός γοητεύτηκε όταν ακουγόνταν απο πίσω ένας ωραίος ήχος και τον ρωτάει "κύριε Βικέντιε ακούτε κλασική μουσική?". Και του απαντάει "φυσικά και ακούω είναι
το πάν της μουσικής". Το ίδιο ακριβώς πίστευε και ο Άντον
έτσι μετά απο λίγη ώρα ο Άντον εξαφανίστηκε απο το σπίτι για να μην τεκμηριώσει
κάθετες παρεξηγήσεις και φέρει τον Δον Βικέντιο
σε δύσκολη θέση.........Αφότου ο Άντον εξαφανίστηκε απο
την έπαυλη των Βικτοριανών και ευχαρίστησε τον Δόν
Βικέντιο για την ελάχιστη φιλοξενία του τότε είχε νιώσει
σαν να ακούει έναν ήχο στα αυτιά του,αυτός ο ήχος ήταν πολύ βαρής
σαν να άκουγε φλόγες και φωτιές........και όσο ερχόνταν
πιο κοντά ο ήχος επεκτήνονταν περισσότερο στα αυτιά του,
σαν να ακούς σατανιστική τελετή και πράγματι ήταν αυτό.
Είχε κοιτάξει 3 Σατανιστές να ενώνουν τις δυνάμεις τους
και να κάνουν την επικάλεση ενός δαίμονα
για να ξυπνήσουν το Behemoth που ανάσαινε κάτω απο τα
νερά του Αχέρον και του Στύ. Τον είχαν πάρει χαμπάρι
ακούγοντας κάποιος να αναπνέει και
φώναξε ένας "ποιός είναι εκεί". Ξαφνικά άρχισαν να
αντιλαμβάνονται πως πράγματι κάποιος βρίσκεται και ο
Άντον άρχισε να τρέχει.Τον κυνήγησαν για να τον
σκοτώσουν και να του κλείσουν το στόμα και τότε για καλή
του τύχη ο Άντον ήρθε αντιμέτωπος με κάτι ξιπασμένους
να έχουν μία εικονομαχία-λογομαχία δηλαδή μιά
λογoεικονομαχία. Πραγματικά ανόητο τελείως σαν να ακούς
μια ξεκούρδιστη άρπα χωρίς μελωδία και πειθό......έτσι
με το που είδαν αυτές τις "κλίκες" οι 3 σατανιστές
εξαφανίστηκαν τελείως σαν να μην τους είδες ποτέ,
σαν νυχτερίδες εξαφανίστηκαν σε τούτη την πανσέληνο....
Αφού παρατηρούσε τους άλλους ο Άντον για αρκετή ώρα
τον λένε οι άλλοι "φύγε έχουμε δουλειά δεν σε πέφτει
λόγος" και λέει ο Άντον "εντάξει δεν είχα τέτοιο σκοπό"
η ανοησία αυτουνού που το είπε ήταν τόσο τεκμηριωμένη
όπου προκάλεσε το κόμπλεξ του κραξίματος αλλά χάρη στον
Άντον σταμάτησε τούτη η εικονομαχία και έτσι κάτσανε να
κουβεντιάσουν πηγαίνοντας για μία καταπαγωμένη μπύρα και
τον λένε "έλα να σε φυλέψουμε κάτι φίλε μου"
τον λέει ο Άντον "ευχαρίστως αλλά δυστηχώς δεν σας ξέρω"
η ευγένεια και το συναίσθημα που μπήκε στον κύριο που του
μίλησε τον έκανε να καταλάβει τι σοφία και τρόπους έχει.
Έτσι κατάφερε να έρθει με την υπόσχεση πως δεν θα
τον πειράξει.Έτσι μπήκανε σε ένα εγκαταλελειμένο Bar
νιώθοντας στο πετσί του και στην ανάσα του να έρχονται
καπνοί,μπεκρούλιακες και διάφοροι άλλοι.Φοβήθηκε αλλά
δεν έδωσε σημασία. Κάποιοι τον κοιτούσαν περίεργα επειδή
φορούσε περικάρπεια με καρφιά και ήταν ντυμένος στα μαύρα,
αλλά και πάλι δεν έδωσε σημασία και καλά έκανε.
Έρχεται να τους σερβίρει μιά μικρή έφηβη:
- τι θα πάρεται κύριοι σήμερα κλασικά μπύρα?
ήξερε η μικρή τα γούστα της παρέας αλλά ο Άντον όταν
την είδε ένιωσε ένα φάσμα μεταξύ ρομαντισμού και
μαγείας σαν να ήρθε ένα ξωτικό και να τον μάγεψε με το
ραβδί του έρωτα.
Η Jennifer έτσι λεγόνταν η μικρή έφηβη στην ηλικία του
Άντον. Ήταν πολύ όμορφη,με το κατάμαυρο μαλλί της να'ναι
τόσο περιποιημένο και γοητευτικό που δεν μπόρεσε ο Άντον
να αντισταθεί στο να πεί με ντροπή ταυτόχρονα το εξής:
"δεσποινίς με όλο μου το δέος με γοητεύει η ομορφιά σας"
Ο τρόπος που το είπε ο Άντον έκανε την Jennifer
να κοκκινήσει και το χαμογελό της έλαμψε όπως και
τα γαλάζογκρί μάτια της αλλά ήταν σοβαρή ταυτόχρονα,
ειλικρινής και αυστηρή κυρίως. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο
το είπε ο Άντον τον θεώρησε τόσο κομψό και ειλικρινή
που της είχε έλξει το ενδιαφέρον αυτό φάνηκε απο το
χαμογελό της σαν να ένιωσε κάπως εκτεθειμένη.
Ο Άντον έπινε μονάχα παλιό καλό κρασί ημίγλυκο κυρίως
έτσι πήρε το κρασοποτηρό του, είδε την τζένιφερ μόνη
την έκανε παρέα και ρωτάει ο Άντον "επιτρέπεται?"
λέει η Τζένιφερ "φυσικά" και απο κεί άρχισε η κουβέντα.
Αφού σχόλασε απο την δουλειά η Τζένιφερ,ο Άντον την
έκανε παρέα μέχρι να τελειώσει ήταν σαν να μην υπήρχε
ήταν η πιο καλή της παρέα ο Άντον και γοητεύτηκε όταν
αντιλήφθηκε ότι ο Άντον έκατσε για αυτήν......τότε την
πήγε μέχρι το σπίτι. Στον δρόμο είδαν πολύ περίεργα
ένιωθαν σαν να ακούνε προσευχές και ήταν παγανιστές που
κάνανε λευκή μαγεία για να επικαλέσουν την ΓΑΙΑ,
την θεά της φύσης. Φοβήθηκε η Jennifer και αγκάλιασε τον
Άντον,άθελα βέβαια και τον είπε "συγνώμη μου βγήκε αυθόρμητα"
λέει ο Άντον "δεν πειράζει καταλαβαίνω ότι το έκανες απο
φόβο". Η κατανόηση του Άντον έκανε την Τζένιφερ να νιώσει
χαρά και να τον χαμογελάει περισσότερο.Μέχρι να την
πάει σπίτι κάνανε καλαμπούρι και συζητούσαν
διάφορα θέματα κυρίως για ποίηση και αφού την έφερε σπίτι
λέει η Τζένιφερ "σε ευχαριστώ πολύ για την παρέα είσαι
πολύ ευγενικός και αν μου επιτρέπεις αληθινός άντρας"
και ο Άντον απάντησε "παρακαλώ δεν κάνει τίποτα ήθελα
και το έκανα καλή ξεκούραση".
Στην συνέχεια περπατούσε και ήρθε αντιμέτωπος
με ένα σκοτεινό δάσος όπου υπήρχαν σκοτεινά πλάσματα.
Τα είδε μπροστά του και άρχισε να τρέχει και μία φωνή
τον έλεγε "φυλάξου" και έτσι απο την ξεροκεφαλιά του
που του προκλήθηκε απο φόβο χτύπησε το κεφάλι του
και έμεινε αναίσθητος μέχρι το επόμενο πρωί.