Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Μέρος VII:Η Προσέλκυση πρός το σκοτεινό βασίλειο

Μέρος VII:Η Προσέλκυση πρός το σκοτεινό βασίλειο

Μετά την περιπέτεια που έζησε ο Άντον αναγκάστηκε να αρχίσει να μιλά για την περιπέτεια που έζησε,ώσπου έρχονται κάτι άντρες και αρχίζει να μιλάει μαζί τους.Με την διάρκεια της κουβέντας του φάνηκε αρκετά ενδιαφέρουσα και οι άνθρωποι είχαν πολύ ενδιαφέρον μιλούσαν για φιλοσοφία κυρίως,λογοτεχνία και άλλα πολλά.....ώσπου κάποια στιγμή άρχισαν να του μιλάνε για κάτι που δεν του άρεσε και αυτό ήταν η σκοτεινή εποχή του μεσσαίωνα,η παρέα του αντιλήφθηκε πως οι τύποι ήθελαν να τον πάρουν απο το μέρος στο οποίο βρίσκεται και έτσι με το πέρασμα του χρόνου ο Άντον απομακρύνεται απο την παρέα με αποτέλεσμα οι άλλοι να σχολιάζουν περισσότερο και να οξύνονται περισσότερο........Ώσπου ο Άντον τους ψηλοαγνόησε με αποτέλεσμα να πάνε μία βόλτα με αυτήν την παρέα,ο Τζόνυ αμέσως κατάλαβε ότι υπήρχε κάτι σαν συνομοσία και έτσι απλά άνοιξε μία κουβέντα με την Τζένιφερ μετά απο καιρό για να την ψαρέψει.....:

-"Καλησπέρα Τζένιφερ"
-"Γειά σου Τζόνυ,καλά είσαι?"
-"Μιά χαρά εσύ?"
-"Καλά αλλά λίγο στεναχωρημένη"
-"Επιτρέπεται να ρωτήσω τον λόγο?"
-"Να...έχω πολύ καιρό να μιλήσω με τον Άντον και ανησυχώ να μην έχει κάτι μαζί μου"
Απο κεί ο Τζόνυ κατάλαβε πως ο Άντον έχει αλλάξει πολύ.....με αποτέλεσμα να γίνεται ακόμα πιο ψυχρός ο Τζόνυ με τον Άντον και ο λόγος επειδή άφησε την παρέα.
Έτσι για μέρες ο Άντον άρχισε να κάνει περισσότερη παρέα μαζί τους χωρίς να ξέρεις τις συνέπειες που θα προκύψουν στην συνέχεια.Η παρέα έκανε άπειρες προσπάθειες να του μιλήσει αλλά δεν άκουγε τίποτα ο Άντον έκανε σαν να μην τους ήξερε, ο μόνος που δεν του μιλούσε ήταν ο Τζόνυ η ψύχρα και η στάση που κρατούσε ήταν σαν να ένιωθε πως ότι κοιτούσε στα μάτια κάποιον για τον οποίο ένιωθε μίσος......απο τότε δεν μιλούσανε καθόλου.

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Μέρος VI:Η Περιπέτεια του Άντον

Μέρος VI:Η Περιπέτεια του Άντον


Μετά τον διάλογο με τον Βαρόνο Νίκ πήγε μία βόλτα για να σκεφτεί.Ο Άντον είχε μεγάλη εκτίμηση στον Νίτσε,θεωρούσε πως το περπάτημα βοηθά στην επίλυση των προβλημάτων και έτσι έκανε ένα περίπατο στο δάσος για να σκεφτεί.
Στην συνέχεια αφού ήταν αφοσιωμένος στην αγάπη του σκοτεινού δάσους και της φύσης,ξαφνικά αρχίζει να ακούγεται ένας θόρυβος.Ο Άντον να ξαφνιάζεται με αποτέλεσμα να προσπαθεί να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα για να'ναι προετοιμασμένος,με την ώρα άρχισαν να ακούγονται περισσότερες φωνές.Έτσι ένας σκοτεινός δεντράνθρωπος τον κοίταξε, άρχισε να τον πιάνει με αποτέλεσμα ο Άντον να φοβάται και τα πλάσματα του δάσους να γίνονται περισσότερα,ο Άντον άρχισε να φοβάται φωνάζοντας "Βοήθεια,Βοήθεια!" και άρχισε να φωνάζει περισσότερο ώσπου απο τον φόβο του σταμάτησε να έχει φωνή και δεν μπορούσε να φωνάξει άλλο,με το που τον πέταξαν στον πάτο ένιωσε έναν πόνο στην μέση με αποτέλεσμα να δυσκολευτεί να περπατήσει περισσότερο,έτσι ήταν χαμένος στο σκοτεινό δάσος και με περισσότερο φόβο να περπατά προσεκτικά.
Στην συνέχεια συνειδητοποίησε πως ήταν μία ταραντούλα πίσω του, η οποία ήταν και αρκετά γέρικη και τον καταδίωκε συνέχεια για να τον φάει,άρχισε να τρέχει γρήγορα,τόσο γρήγορα που δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, ώσπου για καλή του τύχη βρήκε ένα ξύλο με το οποίο και το κουνούσε με δύναμη για να απομακρύνει τα πελώρια πόδια της θηλυκής ταραντούλας και έτσι τα κατάφερε.
Αφού κατάφερε να βγεί απο το δάσος τούτο, είδε τα σύννεφα στον ουρανό να απλώνουν τα μαύρα τους πέπλα,με κεραυνούς και σκοτάδι αυτό ήταν ως η γνωστή οργή του Δία έτρεχε βολίδα σε μία καλύβα να κρυφτεί και να απομακρυνθεί απο τους κεραυνούς,ξεφυσούσε απο φόβο με αποτέλεσμα να στέκεται "παγάκι" στο ίδιο μέρος χωρίς κάν να κουνηθεί, περιμένωντας να σταματήσει αυτή η καταιγίδα.
Κοιτούσε στην ματιά του τούτα τα σκιάχτρα που ήταν έξω απο την καλύβα στην οποία κρύφτηκε και χάζευε την γή την ξένη η οποία ήταν αρκετά γόνιμη και αναπτυγμένη,ώσπου σταμάτησε η καταιγίδα και βγήκε τότε παρατήρησε ότι αυτή η γή έπαθε ζημιά απο το υπερβολικό νερό που έπεσε απο την καταιγίδα και την οργή του Δία,με αποτέλεσμα να δακρύσει.
Έτσι μετά απο μεγάλες καταστροφές κατάφερε να φτάσει στην πόλη σώος και αβλαβές και έκατσε σε ένα μπάρ να ξαποστάσει,έπιασε κουβέντα με τον Barman και τον ρωτάει ο Barman:

- "Φίλε είσαι καλά?"
- "Απο αυτό που έπαθα δεν ξέρω κατά πόσο καλά παίζει να είμαι"
- "γιατί έτσι"
- "είχα μία περιπέτεια κύριε"
Έτσι άρχισε να περιγράφει την περιπέτεια - εμπειρία που έζησε σε όλη αυτή την βόλτα και ένιωσε να του φεύγει ένα βάρος απο πάνω που μοιράστηκε αυτήν την εμπειρία μαζί με τον Barman την ώρα που ξεκουραζόνταν στο Bar.