Μέρος VI:Η Περιπέτεια του Άντον
Μετά τον διάλογο με τον Βαρόνο Νίκ πήγε μία βόλτα για να σκεφτεί.Ο Άντον είχε μεγάλη εκτίμηση στον Νίτσε,θεωρούσε πως το περπάτημα βοηθά στην επίλυση των προβλημάτων και έτσι έκανε ένα περίπατο στο δάσος για να σκεφτεί.
Στην συνέχεια αφού ήταν αφοσιωμένος στην αγάπη του σκοτεινού δάσους και της φύσης,ξαφνικά αρχίζει να ακούγεται ένας θόρυβος.Ο Άντον να ξαφνιάζεται με αποτέλεσμα να προσπαθεί να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα για να'ναι προετοιμασμένος,με την ώρα άρχισαν να ακούγονται περισσότερες φωνές.Έτσι ένας σκοτεινός δεντράνθρωπος τον κοίταξε, άρχισε να τον πιάνει με αποτέλεσμα ο Άντον να φοβάται και τα πλάσματα του δάσους να γίνονται περισσότερα,ο Άντον άρχισε να φοβάται φωνάζοντας "Βοήθεια,Βοήθεια!" και άρχισε να φωνάζει περισσότερο ώσπου απο τον φόβο του σταμάτησε να έχει φωνή και δεν μπορούσε να φωνάξει άλλο,με το που τον πέταξαν στον πάτο ένιωσε έναν πόνο στην μέση με αποτέλεσμα να δυσκολευτεί να περπατήσει περισσότερο,έτσι ήταν χαμένος στο σκοτεινό δάσος και με περισσότερο φόβο να περπατά προσεκτικά.
Στην συνέχεια συνειδητοποίησε πως ήταν μία ταραντούλα πίσω του, η οποία ήταν και αρκετά γέρικη και τον καταδίωκε συνέχεια για να τον φάει,άρχισε να τρέχει γρήγορα,τόσο γρήγορα που δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, ώσπου για καλή του τύχη βρήκε ένα ξύλο με το οποίο και το κουνούσε με δύναμη για να απομακρύνει τα πελώρια πόδια της θηλυκής ταραντούλας και έτσι τα κατάφερε.
Αφού κατάφερε να βγεί απο το δάσος τούτο, είδε τα σύννεφα στον ουρανό να απλώνουν τα μαύρα τους πέπλα,με κεραυνούς και σκοτάδι αυτό ήταν ως η γνωστή οργή του Δία έτρεχε βολίδα σε μία καλύβα να κρυφτεί και να απομακρυνθεί απο τους κεραυνούς,ξεφυσούσε απο φόβο με αποτέλεσμα να στέκεται "παγάκι" στο ίδιο μέρος χωρίς κάν να κουνηθεί, περιμένωντας να σταματήσει αυτή η καταιγίδα.
Κοιτούσε στην ματιά του τούτα τα σκιάχτρα που ήταν έξω απο την καλύβα στην οποία κρύφτηκε και χάζευε την γή την ξένη η οποία ήταν αρκετά γόνιμη και αναπτυγμένη,ώσπου σταμάτησε η καταιγίδα και βγήκε τότε παρατήρησε ότι αυτή η γή έπαθε ζημιά απο το υπερβολικό νερό που έπεσε απο την καταιγίδα και την οργή του Δία,με αποτέλεσμα να δακρύσει.
Έτσι μετά απο μεγάλες καταστροφές κατάφερε να φτάσει στην πόλη σώος και αβλαβές και έκατσε σε ένα μπάρ να ξαποστάσει,έπιασε κουβέντα με τον Barman και τον ρωτάει ο Barman:
- "Φίλε είσαι καλά?"
- "Απο αυτό που έπαθα δεν ξέρω κατά πόσο καλά παίζει να είμαι"
- "γιατί έτσι"
- "είχα μία περιπέτεια κύριε"
Έτσι άρχισε να περιγράφει την περιπέτεια - εμπειρία που έζησε σε όλη αυτή την βόλτα και ένιωσε να του φεύγει ένα βάρος απο πάνω που μοιράστηκε αυτήν την εμπειρία μαζί με τον Barman την ώρα που ξεκουραζόνταν στο Bar.
Στην συνέχεια αφού ήταν αφοσιωμένος στην αγάπη του σκοτεινού δάσους και της φύσης,ξαφνικά αρχίζει να ακούγεται ένας θόρυβος.Ο Άντον να ξαφνιάζεται με αποτέλεσμα να προσπαθεί να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα για να'ναι προετοιμασμένος,με την ώρα άρχισαν να ακούγονται περισσότερες φωνές.Έτσι ένας σκοτεινός δεντράνθρωπος τον κοίταξε, άρχισε να τον πιάνει με αποτέλεσμα ο Άντον να φοβάται και τα πλάσματα του δάσους να γίνονται περισσότερα,ο Άντον άρχισε να φοβάται φωνάζοντας "Βοήθεια,Βοήθεια!" και άρχισε να φωνάζει περισσότερο ώσπου απο τον φόβο του σταμάτησε να έχει φωνή και δεν μπορούσε να φωνάξει άλλο,με το που τον πέταξαν στον πάτο ένιωσε έναν πόνο στην μέση με αποτέλεσμα να δυσκολευτεί να περπατήσει περισσότερο,έτσι ήταν χαμένος στο σκοτεινό δάσος και με περισσότερο φόβο να περπατά προσεκτικά.
Στην συνέχεια συνειδητοποίησε πως ήταν μία ταραντούλα πίσω του, η οποία ήταν και αρκετά γέρικη και τον καταδίωκε συνέχεια για να τον φάει,άρχισε να τρέχει γρήγορα,τόσο γρήγορα που δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, ώσπου για καλή του τύχη βρήκε ένα ξύλο με το οποίο και το κουνούσε με δύναμη για να απομακρύνει τα πελώρια πόδια της θηλυκής ταραντούλας και έτσι τα κατάφερε.
Αφού κατάφερε να βγεί απο το δάσος τούτο, είδε τα σύννεφα στον ουρανό να απλώνουν τα μαύρα τους πέπλα,με κεραυνούς και σκοτάδι αυτό ήταν ως η γνωστή οργή του Δία έτρεχε βολίδα σε μία καλύβα να κρυφτεί και να απομακρυνθεί απο τους κεραυνούς,ξεφυσούσε απο φόβο με αποτέλεσμα να στέκεται "παγάκι" στο ίδιο μέρος χωρίς κάν να κουνηθεί, περιμένωντας να σταματήσει αυτή η καταιγίδα.
Κοιτούσε στην ματιά του τούτα τα σκιάχτρα που ήταν έξω απο την καλύβα στην οποία κρύφτηκε και χάζευε την γή την ξένη η οποία ήταν αρκετά γόνιμη και αναπτυγμένη,ώσπου σταμάτησε η καταιγίδα και βγήκε τότε παρατήρησε ότι αυτή η γή έπαθε ζημιά απο το υπερβολικό νερό που έπεσε απο την καταιγίδα και την οργή του Δία,με αποτέλεσμα να δακρύσει.
Έτσι μετά απο μεγάλες καταστροφές κατάφερε να φτάσει στην πόλη σώος και αβλαβές και έκατσε σε ένα μπάρ να ξαποστάσει,έπιασε κουβέντα με τον Barman και τον ρωτάει ο Barman:
- "Φίλε είσαι καλά?"
- "Απο αυτό που έπαθα δεν ξέρω κατά πόσο καλά παίζει να είμαι"
- "γιατί έτσι"
- "είχα μία περιπέτεια κύριε"
Έτσι άρχισε να περιγράφει την περιπέτεια - εμπειρία που έζησε σε όλη αυτή την βόλτα και ένιωσε να του φεύγει ένα βάρος απο πάνω που μοιράστηκε αυτήν την εμπειρία μαζί με τον Barman την ώρα που ξεκουραζόνταν στο Bar.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου